m
e
n
u
Ίρις Κρητικού – Μικρές γεωγραφίες της ζωγραφικής
Νοέμβριος 20, 2017
Γιώργος Κοντογιώργης – Το Βυζάντιο, η «αρχαιότητα», η Δύση, η Ανατολή και εμείς.
Δεκέμβριος 4, 2017

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ W. A. MOZART // Ποιoς σκότωσε τον Mozart;

Έργα των Mozart και Salieri.

‘Ισως το ανθρώπινο είδος στη βρεφική και νηπιακή του ηλικία να χρησιμοποίησε τα βότανα ως ιάματα, δεν άργησε, όμως, παράλληλα με την κοινωνικοποίηση του και την παράπλευρη αύξηση του φυσικού του ανταγωνισμού, να υιοθετήσει τη «σκοτεινή» τους δύναμη, ώστε να «διευθετήσει» σχέσεις ανταγωνισμού, ζηλοτυπίας, επικράτησης, ανταπόδοσης, αποτελεσματικά συνήθως και ατιμώρητα ίδιως, εφόσον ήταν μη ανιχνεύσιμα. Η χρυσή εποχή των θανατηφόρων ιαμάτων ήταν και η χρυσή εποχή που ανέδειξε τεράστιους καλλιτέχνες. Ο Μεσαίωνας με τη διττή του όψη. Ως Ιανός μεταξύ ερέβους και φωτός. Άρα, στους δίβουλους εκείνους καιρούς να υπήρξε θεός ή άνθρωπος μάρτυρας στον αφανισμό μιας μουσικής ιδιοφυίας υπό το καθεστώς άκριτης ζηλοτυπίας ή επικράτησης με τα ίδια αυτά σκευάσματα που ο Ιπποκράτης θεράπευε;

 

Μαριάννα Μανσόλα σοπράνο κολορατούρα

Μιράντα Μακρυνιώτη μεσόφωνος

Χρήστος Κεχρής τενόρος

Βαγγέλης Μανιάτης μπασοβαρύτονος

Δημήτρης Πέτροβας πιάνο

 

 

Δηλητήριο και Μουσική

Ίσως το ανθρώπινο είδος στην βρεφική και νηπιακή του ηλικία να χρησιμοποίησε τα βότανα ως ιάματα, δεν άργησε όμως – παράλληλα με την κοινωνικοποίηση του και την παράπλευρη αύξηση του φυσικού του ανταγωνισμού – να υιοθετήσει την «σκοτεινή» τους δύναμη ώστε να «διευθετήσει» σχέσεις ζηλοτυπίας, επικράτησης, ανταπόδοσης, αποτελεσματικά συνήθως και ατιμώρητα ιδίως, εφόσον ήταν μη ανιχνεύσιμα. H πιο διάσημη δηλητηρίαση  είναι του Έλληνα φιλόσοφου, Σωκράτη το 399 π.Χ., με κώνειο. Ο αυτοκράτορας Κλαύδιος λέγεται ότι είχε δηλητηριαστεί από τη σύζυγό του, Αγριππίνα, η οποία χρησιμοποίησε Ακόνιτο σε ένα πιάτο με μανιτάρια. Ορισμένοι θεωρούν ότι ο υοσκύαμος, ήταν το συστατικό που εκχύθηκε στο αυτί του πατέρα του Άμλετ στην Πράξη 1, Σκηνή V. Ωστόσο το αρσενικό – που θεωρήθηκε ως «ο βασιλιάς των δηλητηρίων»  για την ισχύ του αλλά και την διακριτικότητά του αφού για πολύ καιρό δεν ήταν ανιχνεύσιμο – έχει πάρει πολλές διάσημες ζωές: Ναπολέων Βοναπάρτης, Γεώργιος ο Γ’ της Αγγλίας και του Σίμωνος Μπολιβάρ, για να αναφέρουμε μερικές.

Θα μπορούσε,  η χρυσή εποχή των θανατηφόρων ιαμάτων να είναι και η χρυσή εποχή που ανέδειξε τεράστιους καλλιτέχνες. Ο μεσαίωνας με την διττή του όψη. Ως Ιανός μεταξύ ερέβους και φωτός. Άρα στους δίβουλους εκείνους  καιρούς να υπήρξε θεός η άνθρωπος, μάρτυρας στον αφανισμό μιας μουσικής ιδιοφυίας, υπό το καθεστώς άκριτης ζηλοτυπίας η επικράτησης, με τα ίδια αυτά σκευάσματα που ο Ιπποκράτης θεράπευε; Μιλάμε για την περίφημη υπόθεση Σαλιέρι και την μέχρι θανάτου (καθώς ήθελαν κάποιοι) αντιπαλότητά του με τον Μότσαρτ.

Ένας μύθος που προέκυψε αφ ενός διότι στα τέλη της ζωής του ο Μότσαρτ  υποψιαζόταν πως είχε δηλητηριαστεί από ιταλικούς κύκλους, μύθος που ενισχύθηκε και από το γεγονός  ότι σε παλιές επιστολές του προς τον πατέρα του, η και στην κόρη του αργότερα,  παραπονιόταν πως  «παραγκωνίζεται από την ιταλική κλίκα», κάτι που όμως θα μπορούσε απλώς να αποτελεί δικαιολογία απέναντι σε έναν πατέρα που τον έπνιγε από την υπέρμετρη φιλοδοξία του. Αυτά τα δυο στοιχεία μάλλον, τροφοδότησαν τους συνομωσιολόγους της εποχής ώστε  να στρέψουν τα βέλη τους στον Σαλιέρι. Εξάλλου γνωρίζουμε πως σε όλες τις εποχές οι πικάντικες και σκοτεινές ιστορίες, είχαν την ανάλογη με την σημερινή αποδοχή.

Μα ποιος ήταν ο Σαλιέρι και ποιά ανάγκη του θα εξυπηρετούσε ώστε να οδηγηθεί σε τέτοια πράξη; ‘Ηταν ένας κακός συνθέτης; Ήταν ένας ζηλόφθονος αντρας που στο πρόσωπο του νεαρού Μότσαρτ, λαχτάρησε την νεότητα που έχανε και την προοπτική ενός μέλλοντος που ο ίδιος ήδη άφηνε σιγά-σιγά πίσω του; Η αντιθέτως ήταν ένας μέγιστος δημιουργός , διδάσκαλος μερικών επίσης μεγεθών της μουσικής (Μπετόβεν, ΣούμπερτΛιστ) που όμως έζησε σε εποχές οι οποίες καταβαράθρωσαν το έργο και την φήμη του μέσα στις ανακατατάξεις των δεκαετιών που έζησε και έδρασε; Η Τσετσίλια Μπάρτολι διάσημη μεσόφωνος λέει σχετικά ότι  της είναι δύσκολο να εξηγήσει γιατί έμεινε η μουσική του  στο σκοτάδι για δυο σχεδόν αιώνες «Αν το επιχειρούσα, πάντως, ως πιθανότερη αιτία θα ανέφερα το ότι σημαντικό μέρος της δημιουργικής φάσης του συνέπεσε με την αρχή του κινήματος του εθνικισμού στη μουσική, μια εποχή μεγάλων μεταρρυθμίσεων. Ο Σαλιέρι ήταν φορέας άλλης εποχής, της ιταλικής όπερας, η οποία βρισκόταν σε πτώση. Ο ίδιος υπέφερε απ’ αυτό, όπως άλλωστε και άλλοι συνθέτες. Πάρτε για παράδειγμα τον Τσιμαρόζα»

Η μελέτη στις βιογραφίες και των δυο καλλιτεχνών,θα μας δώσει  στοιχεία, βάσει των οποίων μπορούμε  να αμφισβητήσουμε την «ολιγότητα» με την οποία θελήσαν να περιβάλλουν το όνομα του Σαλιέρι. Εφόσον θα δούμε πως την χρονιά που ο Μότσαρτ θα φτάσει στην Βιέννη, καταλύοντας επί ενοικίω σε ένα μικρό διαμέρισμα, ο Σαλιέρι μεσουρανεί, έχοντας κάνει βήματα επιτυχή ήδη από την εποχή που έφτασε στην Βιέννη. Έχει ήδη έρθει σε επαφή με τον βασιλικό συνθέτη F.L. Gassmann, ο οποίος τον έχει συστήσει στον αυτοκράτορα Ιωσήφ Β. Έχει αποκτήσει ισχυρούς και διάσημους φίλους, όπως τον Πιέτρο Μεταστάζιο και τον Κρίστοφ Γκλουκ.

Το 1770 ανέβηκε η πρώτη του όπερα «Le donne letterate» και τέσσερα χρόνια αργότερα ο αυστριακός αυτοκράτορας τον έστεψε βασιλικό συνθέτη. Το 1778 ανήλθε στο υψηλότερο κρατικό αξίωμα για αυτοκρατορικό μουσικό (Hofkapellmeister), μια θέση την οποία κράτησε για 36 χρόνια.

Στην εξέχουσα καριέρα του δεν θα έγραφε όπερες μόνο για τα καλύτερα θέατρα της Αυστρίας, αλλά και για όπερες της Γαλλίας και της Ιταλίας. Η γνωστότερη όπερα του Σαλιέρι ήταν η γαλλική «Tarare» (1787), την οποία μετέφρασε στα ιταλικά ο Da Ponte και που την λάτρεψε κυριολεκτικά το βιεννέζικο κοινό. Την αγαπούσε σίγουρα περισσότερο από το «Don Giovanni» του Μότσαρτ! Η τελευταία όπερα που έγραψε ο μεγάλος Ιταλός μουσουργός ήρθε το 1804, καθώς πλέον αφιερώθηκε ολόψυχα στην εκκλησιαστική μουσική αλλά και την παιδαγωγική.

Εν αντιθέσει με τον Σαλιέρι,  ανακαλύπτουμε ότι ο νεαρός Μότσαρτ  από την πρώτη στιγμή διαμαρτύρεται συνεχώς για τις τόσες κλίκες του Σαλιέρι που στέκονται εμπόδιο στο ανέβασμα της νέας του όπερας «Così fan tutte». Τον Δεκέμβριο του 1781 έγραψε στον πατέρα του «ότι ο μόνος που μετρά στα μάτια του (αυτοκράτορα) είναι ο Σαλιέρι».

Ο Μότσαρτ δεν καλόβλεπε την εύνοια που απολάμβαναν  οι Ιταλοί συνθέτες στην αυστριακή αυλή των Αψβούργων και τους κατηγορούσε  για όλα τα εμπόδια που συναντούσε  η μουσική του αλλά και ο ίδιος στην πορεία του προς την καθιέρωση. Σε άλλη επιστολή προς τον πατέρα του τον Μάιο του 1783, θα τον βρούμε να στοχεύει όχι μόνο τον Σαλιέρι αλλά και τον Lorenzo Da Ponte κατοπινό του συνεργάτη: «Ξέρεις αυτούς τους Ιταλούς κυρίους. Είναι όλοι τους καλοί μπροστά σου! Αρκετά, λες και δεν ξέρουμε τι είναι. Κι αν αυτός (ο Da Ponte) είναι συνεργάτης του Σαλιέρι, δεν θα πάρω ποτέ δικό του κείμενο. Και θα δείξω σε όλους εδώ τι μπορώ πραγματικά να κάνω με μια ιταλική όπερα».

Μπορούμε φυσικά να κατανοήσουμε τον θυμό ενός νεαρού καλλιτέχνη, στην αυγή των προσπαθειών του και πόσο υπερβολικά μπορεί να εκφραστεί σε προσωπική του αλληλογραφία με πρόσωπο του στενού του περιβάλλοντος. Από αυτό το σημείο όμως, μέχρι την αντιπαλότητα των δύο αντρών που θα μπορούσε να οδηγήσει και σε θάνατο υπάρχει χαώδης απόσταση. Στην απόσταση αυτή μπορούμε να παρεμβάλλουμε πολλά γεγονότα που θα μπορούσαν να ακυρώσουν – μηδενίσουν αυτήν την πιθανότητα. Υπάρχουν οι πληροφορίες -έστω και λίγες – από «πρώτο χέρι» όπως θα λέγαμε της Φόλκμαρ Μπραουνμπέρενς (1989) που βιογραφεί τον Σαλιέρι ως άνθρωπο σοβαρό, σταθερό αν και κάποιες φορές ευέξαπτο. Βεβαίως υπάρχουν περιγραφές που τον χαρακτηρίζουν φιλικό και ευχάριστο, ενώ ο Ιρλανδός τραγουδιστής Μάικλ Κέλι, καλός φίλος του Μότσαρτ, επέμενε ότι ο Σαλιέρι «διακωμωδούσε τα πάντα».

Το σίγουρο είναι πως, όταν το 1781 ο Μότσαρτ εγκαταστάθηκε στη Βιέννη, ο Σαλιέρι -μεγαλύτερός του κατά έξι χρόνια – ήταν ήδη ένας καθιερωμένος Καλλιτέχνης. Ας σκεφτούμε πως και μόνη η η τοποθέτησή του, ηδη από το 1774, ως αυλικού συνθέτη και μαέστρου της ιταλικής όπερας, τον είχε αναδείξει ως έναν από τους πιο επιδραστικούς μουσικούς της Ευρώπης.

Κοιτάζοντας τα πράγματα υπό αυτό το πρίσμα, οι ειδικοί θεωρούν πως δεν έχει βάση η κατηγορία, ότι ο ευρέως επιτυχημένος Σαλιέρι αισθάνθηκε τόσο μεγάλη απειλή από τον λιγότερο καθιερωμένο Μότσαρτ ώστε να τον οδηγήσει στον θάνατο.  Να θυμηθούμε μάλιστα ότι ο Σαλιέρι ήταν εκείνος που ανακάλυψε το 1783 τον Lorenzo Da Ponte, βασικό του συνεργάτη, ο οποίος – καθώς προαναφέρθηκε -θα γινόταν και ο βασικός λιμπρετίστας του Μότσαρτ στο μέλλον! Και επίσης πως  ο Μότσαρτ δεν είχε πρόβλημα κανένα να  αποδεχτεί παραγγελίες τις οποίες αρχικά ο Σαλιέρι είχε απορρίψει (όπως οι όπερες «Έτσι κάνουν όλες» και «Η μεγαλοψυχία του Τίτου»).

Δεν πρέπει να παραβλέψουμε επίσης ότι ο Σαλιέρι ειδικά με τον Μπετόβεν (αλλά και τον Χάιντν) διατήρησε μια ισόβια φιλία. Του είχε διδάξει αντίστιξη και ο Μπετόβεν με την σειρά του, του είχε αφιερώσει προσωπικά τις «Τρεις Σονάτες για Βιολί» (1797). Επίσης, ο ίδιος ο Μότσαρτ είχε τονίσει σε γράμμα του πόσο θερμά έγινε δεκτός ο «Μαγικός Αυλός» του από τον Ιταλό δάσκαλο. Και ακόμα ας θυμηθούμε το ότι ο νεότερος γιος του Μότσαρτ μορφώθηκε μουσικά από τον ίδιον τον Σαλιέρι. Όπως και το ότι  την ίδια ώρα που όταν ο Σαλιέρι έγινε Kapellmeister το 1788, έπαιξε στην τελετή τον «Figaro» του Μότσαρτ. Ακόμα και στις εορταστικές εκδηλώσεις για τη στέψη του Λεοπόλδου Β’ το 1790, ο πετυχημένος Σαλιέρι έπαιξε τρεις μουσικές συνθέσεις του Μότσαρτ.

Αυτού του ίδιου του Σαλιέρι, που παρόλο το έργο του (40 όπερες που έγραψε, την τόση εκκλησιαστική μουσική και μουσική δωματίου, τα ορατόρια, τις καντάτες και τα χορωδιακά έργα) κάτω από τις συγκεκριμένες  πολιτικοκοινωνικές συνθήκες θα επισκιαζόταν από τον Μότσαρτ!

Πώς προέκυψε λοιπόν η πεποίθηση της αντιπαλότητας και κατ’ επέκταση της ίντριγκας η οποία, σύμφωνα με τον μύθο, οδήγησε στον θάνατο τον Μότσαρτ και μάλιστα  με τόσο ελλειπή στοιχεία να συνηγορούν στην τροφοδότηση  μιας φήμης που παραδόξως διαδιδόταν προς τέρψιν κάποιων.

Οι ιστορικοί παραθέτουν ως πηγή της έριδας του Μότσαρτ για τον Σαλιέρι ένα περιστατικό του 1781, όταν ο Μότσαρτ έκανε αίτηση για δάσκαλος μουσικής της πριγκίπισσας Ελισάβετ και ο Σαλιέρι του πήρε τελικά τη δουλειά λόγω της φήμης του στην αυστριακή αυλή αλλά και το γεγονός ότι εκείνος δίδασκε και τραγούδι. Όταν την επόμενη χρονιά ο Μότσαρτ απέτυχε να επιλεγεί ως δάσκαλος πιάνου της πριγκίπισσας, ήταν πια σίγουρος για την εμπλοκή του Σαλιέρι στην καριέρα του: «Ο Σαλιέρι και η φυλή του θα κινήσουν γη και ουρανό για να τη θάψουν (την υποψηφιότητά του)», γράφει ο πατέρας Μότσαρτ στην κόρη του.

Ο Μότσαρτ είχε αρχίσει να παρουσιάζει σημάδια ασθένειας ήδη από τις 6 Σεπτεμβρίου 1791, όταν βρέθηκε στην Πράγα για την πρεμιέρα της νέας του όπερας. Παρά την αρρώστια του διηύθυνε και την πρεμιέρα του «Μαγικού Αυλού» του στις 30 Σεπτεμβρίου, αν και από τις 20 Νοεμβρίου ήταν πια κλινήρης, υποφέροντας από πόνους, πρηξίματα και συχνούς εμετούς.

Στις τελευταίες του αυτές ημέρες παραήταν ωστόσο απασχολημένος με την ολοκλήρωση του «Ρέκβιέμ» του, για να ασχοληθεί με την διαρκώς επιδεινούμενη κατάσταση της υγείας του. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πέθανε στις 5 Δεκεμβρίου 1791, στα 35 του μόλις χρόνια, γεννώντας ένα διαχρονικό μυστήριο της επιστήμης για τα αίτια του χαμού του. Το επίσημο πιστοποιητικό του θανάτου του κάνει λόγο για «οξύ κεχροειδή πυρετό», αναφερόμενο προφανώς στα εξανθηματώδη συμπτώματα παρά στη διάγνωση. Κι έτσι μέχρι σήμερα έχουν προταθεί περισσότερες από 118 αιτίες θανάτου του μεγάλου μουσουργού, από ρευματικός πυρετός και φυματίωση μέχρι στρεπτόκοκκος, τριχινίαση, γρίπη, ηπατικές παθήσεις, ακόμα και δηλητηρίαση με υδράργυρο.

Κι εδώ, στο γεγονός αυτό του προώρου θανάτου του, μπαίνει στην ιστορία ο κορυφαίος Αντόνιο Σαλιέρι, ο οποίος φαντάζει ως ο σαδιστής που οδήγησε τον αντίζηλό του στον πρόωρο τάφο, χρησιμοποιώντας μερικές σταγόνες αρσενικού για να βεβαιωθεί για το οριστικό τέλος του Αυστριακού. Στη φήμη αυτή υπέκυψε ακόμα και ο Βέμπερ, πεθερός του Μότσαρτ, που σαν άκουσε την ιστορία το 1803 έμελλε να αντιμετωπίσει εφεξής τον Σαλιέρι με ψυχρότητα. Ακόμα και αργότερα η φήμη αυτή ολοένα δυνάμωνε, έτσι ώστε να μοιάζει πως κάθε προσπάθεια άρνησής της, απλώς την ενίσχυε.

Και σαν να μην αρκούσε η υποχθόνια ρώμη που έχουν αφ΄εαυτών οι σκοτεινές φήμες – εξακολουθούσε να βρίσκεται στην επικαιρότητα για δυο δεκαετίες μετά – με τον Ροσίνι να κάνει σχετικό χιούμορ σε μια συνάντησή του με τον υποτιθέμενο… «δολοφόνο» το 1822, ώσπου έρχεται  το 1823 και ο ίδιος ο Σαλιέρι να την επιβεβαιώσει. Πυροδοτώντας εκ νεου την παλιά φήμη  τριάντα δύο χρόνια μετά τον θάνατο του Μότσαρτ δηλαδή, θα κάνει μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας τραυματίζοντας με μαχαίρι τον λαιμό του. Γρήγορα θα διαδιδόταν πως είχε ομολογήσει την υπεύθυνότητά του για τον θάνατο του Μότσαρτ και η «αποκάλυψη» είχε τόσο βαθύ αντίκτυπο ώστε κάποιος τύπωσε και μοίρασε, την ώρα της παράστασης της «Ενάτης Συμφωνίας» του Μπετόβεν στη Βιέννη, ένα φυλλάδιο που απεικόνιζε τον Σαλιέρι να στέκεται πάνω από τον Μότσαρτ κρατώντας ένα κύπελλο με δηλητήριο!

Φυσικά και ήταν μια επιβεβαίωση με σαθρά θεμέλια, εφόσον ο Σαλιέρι την εποχή εκείνη όντας βαριά ασθενής, με ασθένεια μη αναστρέψιμη και σε σε καθολική σύγχυση και πλήρη πνευματική διαταραχή, βρισκόταν νοσηλευόμενος. Λέγεται πως τα λόγια αυτά αργότερα – σαν θα είχε επαναποκτήσει κάποια διαύγεια – θα τα ανασκεύαζε, αλλά ως «έπεα πτερόεντα» βρήκαν ολίγους μεν, κατάλληλους δε αποδέκτες, ώστε να μπορέσουν να δημιουργήσουν νεα ριζίδια  στις φήμες, που τώρα ήθελαν «οι δηλώσεις του ετοιμοθάνατου» να περιέχουν ψυχία αληθείας.

Και βέβαια όλοι οι βασικοί βιογράφοι του Μότσαρτ όσο και οι μαθητές του Σαλιέρι υποστήριξαν  σθεναρά την αθωότητά του, ανάμεσά τους και ο πιο στενός και έμπιστος φίλος του Μότσαρτ, ο Süssmayr, που ήταν εκείνος στον οποίο υπαγόρευε ο Μότσαρτ το «Ρέκβιεμ» του και  που το ολοκλήρωσε μετά τον θάνατό του. Ο Süssmayr ο ίδιος ήταν που έμενε στο πλευρό του Μότσαρτ μέρα και νύχτα κατά τους τελευταίους μήνες της ζωής του και γνωρίζοντας τα πραγματικά αίτια για την ασθένεια που του πήρε τη ζωή, δεν δίστασε να συνεχίσει τις σπουδές του δίπλα στον Σαλιέρι.

Παρ’ όλο που η φήμη αυτή έχει εν πολλοίς απορριφθεί από τους ειδικούς εδώ και αρκετά χρόνια, παρέμεινε εδραιωμένη στη συνείδηση του λεγομένου ευρέος κοινού κυρίως χάρη στην πασίγνωστη ταινία  σε σκηνοθεσία του Μίλος Φόρμαν «Αmadeus» (1984) η οποία σάρωσε τα βραβεία -μεταξύ αυτών και οκτώ Οσκαρ -και πέρα από την κινηματογραφική σκηνή, επηρέασε και τη μουσική σκηνή της εποχής (χαρακτηριστικό παράδειγμα, η μεγάλη επιτυχία του αυστριακού τραγουδιστή Falco «Rock me Amadeus» το 1985).

Το σενάριο της ταινίας που υπέγραφε ο Πίτερ Σάφερ, ήταν βασισμένο στο ομότιτλο θεατρικό έργο του ιδίου, που όμως με την σειρά του είχε στηριχθεί στην τραγωδία του Πούσκιν «Μότσαρτ και Σαλιέρι» που γράφτηκε το 1830, πέντε μόλις χρόνια μετά τον θάνατο του δεύτερου συνθέτη, τον οποίο παρουσίαζε ως αναμφισβήτητο δολοφόνο του πρώτου. Προφανώς και θα έπρεπε να περάσουν αρκετά χρόνια, για να πέσει φως στην σκοτεινή αυτή υπόθεση.

Θα έπρεπε να έρθει η διάσημη ιταλίδα μεσόφωνος Τσετσίλια Μπάρτολι η οποία αφού το 2003 είχε κυκλοφορήσει το αφιερωμένο στον Σαλιέρι άλμπουμ της,  το 2004 θα προκαλούσε το ενδιαφέρον μουσικών και κοινού, λόγω συνέντευξης που έδωσε μαζί με τον μουσικό διευθυντή της Σκάλας του Μιλάνου τον σπουδαίο ιταλό αρχιμουσικό Ρικάρντο Μούτι,  εν όψει της παρουσίασης της όπερας «L’ Europa riconosciuta» στην Σκάλα – η οποία για μια τριετία ανακαινιζόταν – και στην οποία – συνέντευξη – θα δήλωναν, ο μεν Ρικάρντο Μούτι ότι «Ο Σαλιέρι είναι ένας συνθέτης που τίμησε την Ιταλία και αξίζει να αποκατασταθεί» η δε  διάσημη μεσόφωνος ότι επίσης  θεωρεί τον Σαλιέρι παρεξηγημένη προσωπικότητα και θα διατύπωνε την άποψη πως η ταινία του Φόρμαν έπαιξε αρνητικό ρόλο σε αυτό. «Πρόκειται βέβαια για υπέροχη ταινία» είπε «αλλά δεν νομίζω ότι στηριζόταν σε τεκμηριωμένα γεγονότα. Π.χ., είναι απολύτως βέβαιο ότι ο Σαλιέρι δεν σκότωσε τον Μότσαρτ. Πέθανε βέβαια νέος αλλά ήταν άρρωστος, όπως άλλωστε και πολλοί ακόμη άνθρωποι οι οποίοι πέθαναν τον ίδιο καιρό στη Βιέννη».

Με την συνέντευξη αυτή επανήλθε το θέμα και ο μαέστρος εξήγησε  πως η συγκεκριμένη όπερα του Σαλιέρι, την οποία έγραψε σε ηλικία 28 ετών, ίσως να μην μπορεί να χαρακτηριστεί αριστούργημα, ωστόσο εμπεριέχει υπέροχες μουσικές σελίδες. Η ίδια η Τσετσίλια Μπάρτολι γνώρισε τη μουσική του μέσω της ενασχόλησής της με τον Γκλουκ και αποφάσισε να ψάξει το θέμα περισσότερο. Πήγε οπότε στη Βιβλιοθήκη της Βιέννης και αναζήτησε όλα τα χειρόγραφά του, δηλαδή περισσότερες από 40 όπερες. Μελέτησε εκτενώς και ανακάλυψε μουσική «γεμάτη αισθήματα, πάθος και ευαισθησία», όπως έλεγε τότε (21/02/2016) σε συνέντευξή της στο «Βήμα της Κυριακής». Συνέχιζε διατυπώνοντας την άποψη πως ο Σαλιέρι διδάχθηκε από τον Γκλουκ τη δύναμη  της έκφρασης, αλλά παράλληλα στάθηκε ικανός να ανεβάσει το ύφος του δασκάλου του σε υψηλότερο επίπεδο. «Θεωρώ ότι έδειξε μεγάλη ικανότητα στο να εξελίξει αυτή την προκλασική ατμόσφαιρα σε κλασική, ακόμη και προρομαντική» δήλωνε συγκεκριμένα.

Εν τέλει, επειδη «ουδέν κρυπτόν» τον Νοέμβριο του 2015 στα αρχεία του Εθνικού Μουσείου Μουσικής της Τσεχίας ανακαλύφθηκε μουσικό έργο το οποίο επιτέλους ήρθε ώστε να ανατραπεί οριστικά ο μύθος αντιπαλότητaς  μεταξύ των δύο ανδρών. Μια καντάτα διάρκειας τεσσάρων λεπτών την οποία έγραψαν από κοινού ο Μότσαρτ, ο Σαλιέρι αλλά και ένας ακόμη συνθέτης ονόματι Κορνέτι, (και που θεωρείται από τους ιστορικούς ως ψευδώνυμο) αγνώστων λοιπών στοιχείων.

Το κομμάτι παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο κοινό παιγμένο σε τσέμπαλο, με την εκπρόσωπο του Μουσείου Σάρκα Σοκάλοβα να κάνει λόγο για «πραγματικά αξιόλογο έργο». Γράφτηκε το 1785, έξι χρόνια δηλαδή πριν από τον πρόωρο θάνατο του Μότσαρτ, και αποκτήθηκε από το Μουσείο της Πράγας στα μέσα του 20ού αιώνα, ενταγμένο σε κάποια συλλογή.

Ο Γερμανός μουσικολόγος Τίμο Χέρμαν εξέφρασε την απόλυτη βεβαιότητά του για τη γνησιότητα του χειρογράφου, αφού προηγουμένως είχε κατάφερε να κάνει την ταυτοποίηση μελετώντας τους καταλόγους του Μουσείου. Καθώς δήλωσε, η καντάτα αυτή αποτελεί στοιχείο-κλειδί για την κατανόηση της σχέσης ανάμεσα στους δύο συνθέτες.

Ο τίτλος του έργου είναι «Per la recuperata salute di Ophelia» («Για την αποκατασταθείσα υγεία της Οφηλίας») και αν και έχει μια ιδιαίτερη  ιστορία κρυμμένη πίσω της, εμείς θα αρκεστούμε στην ευαισθησία, γενναιοψυχία σύμπνοια και  μεγαλωσύνη που επέδειξανοι συνθέτες εφόσον γνωρίζουμε ότι γράφτηκε προκειμένου να τιμήσουν την ανάρρωση μιας υψιφώνου της εποχής ύστερα από κάποια σοβαρή ασθένεια.

Όπως και να’ χει η ανακάλυψη αυτής της παρτιτούρας κατά κοινή ομολογία αποτέλεσε την καθοριστικότερη εξέλιξη των τελευταίων δεκαετιών ως προς την κατάρριψη ενός μύθου που αμαύρωνε την καθαρότητα μιας φιλίας, μα και της εντιμότητας ενός ανθρώπου που υπήρξε εκτός από μουσικός, διδάσκαλος και παιδαγωγός.

 

Της Ελένης Στασινού

 

 

Πέμπτη 30 Νοεμβρίου 2017

Εισιτήρια: 20, 15, 10 ευρώ

Πληροφορίες-κρατήσεις: 2103611206

//]]>